καπετάνιος


καπετάνιος
[капэтаньвс] ουσ. а. капитан.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καπετάνιος" в других словарях:

  • καπετάνιος — και καπετάνος και καπεταναίος, ο (Μ καπετάνιος και καπετάνος και καπεταναΐος και καπετάνης) 1. αρχηγός σώματος ενόπλων, οπλαρχηγός 2. οδηγός, ηγέτης νεοελλ. 1. κυβερνήτης πλοίου, πλοίαρχος 2. παροιμ. «ο καλός καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται»… …   Dictionary of Greek

  • καπετάνιος — ο θηλ. καπετάνισσα (λ. ενετ.), οπλαρχηγός, αξιωματικός, πλοίαρχος: Ο καπετάνιος δε γνώριζε τι θα πει φόβος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Παπαχατζάκης, Γεώργιος — Καπετάνιος από την Πόμπια της Κρήτης (νομός Ηρακλείου). Δολοφονήθηκε το 1878 από προδότες για την επαναστατική του δραστηριότητα …   Dictionary of Greek

  • Αργυροκαστρίτης — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αναστάσιος. Καταγόταν από το Αργυρόκαστρο από την οικογένεια Ματζέτη. Πολέμησε στη Βλαχία υπό τις διαταγές του Α. Υψηλάντη, αλλά επειδή αργότερα δεν έδειχνε καλή διαγωγή, o Υψηλάντης τον απομάκρυνε. Μετά το… …   Dictionary of Greek

  • Ασημακόπουλος — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αθανάσιος. Φιλικός από το Άργος. Με την κήρυξη της Επανάστασης έγινε καπετάνιος. Πολέμησε στον Ξεριά εναντίον του Κεχαγιά μπέη και αργότερα, μαζί με τον Παπαρσένη, υπεράσπισαν τα γυναικόπαιδα που είχαν κρυφτεί στο… …   Dictionary of Greek

  • Βενετσανάκης — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αναγνώστης. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες και το 1824 έγινε εκατόνταρχος. Αργότερα έγινε χιλίαρχος. 2. Βασίλης. Καταγόταν από τη Μάνη. Τo 1806 βοήθησε στη φυγάδευση του Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο. Στην Επανάσταση πολέμησε …   Dictionary of Greek

  • καπετανάτο(ν) — το (επί τουρκοκρατίας) 1. το αξίωμα και η δικαιοδοσία τού καπετάνιου, τού οπλαρχηγού 2. η εδαφική περιοχή όπου ασκούσε την εξουσία του ο καπετάνιος 3. ασύδοτη και καταπιεστική διοίκηση («καπετανάτο έχουμε εδώ πέρα;») 4. συν. στον πληθ. τα… …   Dictionary of Greek

  • πλοίαρχος — Επαγγελματικός χαρακτηρισμός του κυβερνήτη εμπορικού πλοίου. (Στο Πολεμικό Ναυτικό ενδεικτικό βαθμού). Στην κοινή ναυτική γλώσσα ονομάζεται καπετάνιος και σύμφωνα με τον κώδικα της ναυσιπλοΐας κυβερνήτης. Ο επαγγελματικός τίτλος που δίνει… …   Dictionary of Greek

  • Βαλτινός — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Αθανασούλας (Μεσολόγγι 1801 – Αθήνα 1877). Καταγόταν από την οικογένεια των Βαλτινών του Βάλτου. Επειδή ο πατέρας του Ιωάννης υπηρετούσε στην αυλή του Αλή πασά, ο Λεπενιώτης πέταξε στον Αχελώο τον μικρό του γιο Α.,… …   Dictionary of Greek

  • Βλαχάβας — Επώνυμο οικογένειας εθνικών αγωνιστών. 1. Θανάσης (Βλαχάβα Καλαμπάκας 1700; – 1780). Γενάρχης των Βλαχαβαίων. Ήταν καπετάνιος των αρματολών στα Χασιά σχεδόν επί 50 χρόνια. Σε ηλικία 76 ετών πήγε στα Ιεροσόλυμα πεζός μαζί με το πρωτοπαλίκαρό του.… …   Dictionary of Greek